Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Δούρειος Ίππος στη Λογοτεχνία

Δούρειος Ίππος στη Λογοτεχνία ΤΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 13 ΜΑΡΤΊΟΥ 2015 ΩΡΑ 6:30 Μ.Μ.

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ Γ.Σ., Α.Π.Ο. ΚΟΤΙΝΟΣ ΧΟΛΑΡΓΟΥ

Επικοινωνία μέσω e-mail: skaki64@gmail.com

ΣΤΟΝ ΠΑΝΕΛΛHΝΙΟ Γ.Σ. (Μαυρομματαίων 26, Πεδίον του Άρεως), θα πραγματοποιηθεί η δεύτερη εκδήλωση

«Δούρειος Ίππος στη Λογοτεχνία»,

με αναφορά στα βιβλία του Κώστα Μαρκάκη

Μια Παρτίδα Σκάκι (Αννίβας Αννίβα Αρνέλλος) και
Μικρές Παγίδες (Κώστας Γαρμπής)

Κεντρικός ομιλητής : Δημήτρης Φύσσας 

Παρεμβαίνει ο Παναγιώτης Κονιδάρης 

Παράλληλα θα διεξαχθεί τουρνουά Ράπιντ για αγόρια και κορίτσια μέχρι 16 ετών

Μετά το τέλος της εκδήλωσης θα ακολουθήσει τουρνουά Μπλιτς με ελεύθερη συμμετοχή


Η ομιλία του Παναγιώτη Κονιδάρη


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: «ΜΙΑ ΠΑΡΤΙΔΑ ΣΚΑΚΙ»

Ευχαριστίες (…)


Σας προειδοποιώ: ετούτο το βιβλίο είναι πολύ επικίνδυνο! Πρώτον επειδή μιλάει για έναν βρυκόλακα. Δεύτερον γιατί μιλάει για έρωτα. Και τρίτον γιατί μιλάει για σκάκι. Αποτρόπαια πράγματα δηλαδή. Κι είναι και Παρασκευή και 13…



Ο Αννίβας

Ας ξεκινήσουμε από το μικρότερο κακό, τον βρυκόλακα. Μην φανταστείτε όμως κάποιο ανατριχιαστικό ον με γαμψά, μακριά νύχια, ματωμένα μάτια, προεξέχοντες κυνόδοντες και μοχθηρό βλέμμα, μολονότι, τώρα που το σκέφτομαι, αυτή η περιγραφή ταιριάζει σε κάποιους σκακιστές που ξέρω. Όχι, όχι, αυτός είναι ένας τύπος με την γοητεία του Τζωρτζ Κλούνεϊ, την πολυμάθεια του φον Γκαίτε, την εμπειρία του κόμη του Σαιν Ζερμαίν, την σκακιστική δεινότητα του Άντερσεν και τα λεφτά του Τζορτζ Σόρος. Τον μισείς μιας κι εξαρχής, πάει να πει. Ο Νοσφεράτου μπροστά του φαντάζει αξιολάτρευτος.
Όταν πρωτοέγραψα πριν χρόνια για τον ήρωά μας, έκανα την διαπίστωση ότι λέγεται Αννίβας, όπως και ο συγγραφέας του βιβλίου. Μετά συνειδητοποίησα ότι κάποιοι από τους αναγνώστες του έχουν το ίδιο όνομα και, φοβάμαι, ότι και για κάποιους από σας εδώ μέσα ισχύει το αυτό. Γιατί ο Αννίβας είναι ο προαιώνιος άντρας, ο κυνηγός, ο κατακτητής, ο φαντασιοκόπος, αυτός που ζει κάθε στιγμή σαν να είναι η τελευταία και κάνει κάθε κίνηση στην σκακιέρα να μοιάζει με σαχ. Οι μακραίωνες εμπειρίες του μοιάζουν με αλλεπάλληλες ζωές ή με αλλεπάλληλους θανάτους. Αντλεί δύναμη από το ατέρμονο μουρμουρητό της Ιστορίας, ταξιδεύει χωρίς φραγμούς (υλικούς ή ηθικούς) στον χώρο και στον χρόνο, χαϊδεύει σαν να εφευρίσκει εκείνη την στιγμή την Τέχνη και σκοτώνει με τον επαγγελματισμό ενός γιατρού ή με την φλυαρία ενός φιλοσόφου. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ξέρει και σκάκι.
Μπορεί να έχει αδυναμίες, τρωτές πτυχές ένα τέτοιο πλάσμα; Όσοι από σας λέγεστε Αννίβας, ξέρετε ήδη την απάντηση: Ασφαλώς! Πρώτα και κύρια την ακαταμάχητη ροπή του προς το χώμα, προς καθετί γήινο, ζεστό και παραπλανητικό, όπως το σώμα μιας γυναίκας. Μετά, είναι κι ο φόβος. Όχι όμως ο φόβος του πόνου ή του θανάτου, δεν σκιάζονται τέτοια οι βρυκόλακες. Φοβούνται οτιδήποτε τους είναι κρυφό –και είναι πολλά αυτά, δεν προλαβαίνεις σε ογδόντα ζωές να τα μάθεις όλα!-, ή οτιδήποτε δεν έχουν προγραμματίσει. Κάτι τέτοιο τους σκοτώνει για άλλη μια φορά, ακόμα κι αν προλάβουν εντωμεταξύ να δώσουν ματ…


Η Ελίζα

Με το που διαβάζεις το όνομα Ελίζα έχεις την ανίερη, την σχεδόν εφηβική παρόρμηση, να ψάξεις τις παραπίσω σελίδες για να βρεις την ερωτική σκηνή. Δεν εμπνέουν εγκράτεια γυναίκες με τέτοια ονόματα. Έτσι την πάτησε κι ο σκακιστής μας.
Ακόμα κι αν έχεις λατρέψει τα φεγγάρια περισσότερων γυναικών κι από τον Δον Χουάν, η φαντασμαγορική πανσέληνος μιας τέτοιας γυναίκας δεν μπορεί παρά να σε μαγέψει. Δεν είναι απλά η ομορφιά ή η εξυπνάδα αυτά που ασκούν τον μαγνητισμό. Είναι ακόμα περισσότερο το ρίγος και η συγκίνηση που σου προκαλεί κάθε εύθραυστη κίνηση και κάθε εύθραυστη λέξη που σου απευθύνει. Είναι αυτή η δέσμια ελευθερία που αποπνέει μια Ελίζα, η στενόχωρη ευτυχία που διαχέει γύρω της, η σκληρή ευαισθησία των αρχαίων της ματιών.
Κι άμα κουνάει και τίποτα στην σκακιέρα, την έβαψες…
Καταλαβαίνετε λοιπόν, ότι η ηρωίδα αποτελεί ένα αρχέτυπο που συγκεντρώνει όλα τα φοβερά και τρομερά θηλυκά θέλγητρα. Θέλγητρα που σου χορηγεί στάγδην ενδοφλεβίως σε τοξικές δόσεις. Μια γυναίκα με την απειλή της φωτιάς και της θάλασσας και της φύσης της μαζί. Κοντολογίς επικίνδυνη, ίσως μάλιστα πιο επικίνδυνη κι από έναν βρυκόλακα.
Και να φανταστείτε ότι κάποιες απ’ τις Ελίζες, οι σκακιστές πάμε και τις παντρευόμαστε. Δεν έχουμε τον Θεό μας.


Η παρτίδα

Κι αφού μιλήσαμε για τους σκακιστές, ας πούμε και τίποτα για την παρτίδα, μιας και βλέπω μερικούς με τα παρτιδόφυλλα έτοιμα. Ο αγαπητός Κώστας Μαρκάκης διάλεξε εύστοχα την πιο διάσημη ίσως σκακιστική αναμέτρηση όλων των εποχών για να συμβολίσει το ερωτικό πεδίο μάχης. Μιλάμε για την περίφημη «Αθάνατη Παρτίδα» του 19ου αιώνα ανάμεσα στον Άντερσεν και τον Κιζερίτσκυ. Εικάζω ότι απέρριψε τις δικές μου ως πολύ βιτσιόζικες για τα γούστα του. Ας είναι. Κάθε κεφάλαιο της ιστορίας αντιστοιχεί και σε μια κίνηση της «Αθάνατης». Οι λευκές του Αννίβα, οι μαύρες της Ελίζας.
Και τι δεν συναντάς σε αυτή την αναμέτρηση: επίθεση, αντεπίθεση, ρίσκο, πονηριά, τακτικοί ελιγμοί, πάθος, ορμητικότητα, σύγκρουση, απειλή, συγκίνηση, πάλη σώμα με σώμα, υποταγή, θυσίες, παγίδες, και νέες θυσίες, ροκάνισμα κομματιών, ροκάνισμα και του εαυτού σου. Αυτή κι αν είναι «Μια παρτίδα σκάκι»!
Μια παρτίδα σκάκι λοιπόν, ασυγκράτητα ερωτική. Μια παρτίδα όπου το υλικό δεν έχει αξία, τίποτα δεν έχει αξία, παρεκτός από την ίδια την αναμέτρηση, από το παθιασμένο αιματοκύλισμα, από την ανθρωποφαγική έκσταση. Ο άντρας- κυνηγός επιτίθεται, καταχτά, χαρίζοντας στην πορεία κομμάτια του εαυτού του προς βρώση. Η γυναίκα-γρίφος αμύνεται και αντεπιτίθεται, σπαρταράει και καταναλώνει τον εραστή της σα μαινάδα. Πάνω στη σκακιέρα εκτυλίσσεται το αρχέγονο ερωτικό παιχνίδι του φωτός και του σκοταδιού, του ήλιου και του φεγγαριού, του ουρανού και της γης.
Μην αρχίσετε τώρα να μου λέτε ότι αν βάλουμε σε κάποια σκακιστική μηχανή την «Αθάνατη» θα αποδειχτεί ότι και οι δύο αντίπαλοι, κυρίως ο μαύρος, έκαναν λάθη. Υπάρχει έρωτας δίχως λάθη; Υπάρχουν λάθη δίχως έρωτα; Κι επίσης, ποιος μπορεί να πει ότι αυτός που κάνει ματ κερδίζει πάντα; Μόνο όποιος δεν ξέρει ούτε από έρωτα, ούτε από σκάκι, γι’ αυτό προσέξτε τις απαντήσεις σας!


Η πιονοδομή

Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι αυτόν τον αλληλοσπαραγμό άνδρα-γυναίκας τον έχουμε ξαναδεί, ενδεχομένως και με το ίδιο ματ στο τέλος της παρτίδας.
Ενδεχομένως, μιας και οι σκακιστές του βιβλίου είναι, όπως τόνισα, αρχετυπικοί. Εντούτοις, υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά στην φόρμα και την πιονοδομή ετούτου του βιβλίου. Το σκάκι δεν αποτελεί απλά ένα πρόσχημα, μια επιδερμική και ανώδυνη επικάλυψη του κειμένου. Όχι. Πέρα από τα σκακιστικά διαγράμματα που αναπαριστούν τις φάσεις της παρτίδας, αντιλαμβάνεσαι καθώς προχωράς, ότι οι κινήσεις της «Αθάνατης» μοχλεύουν και κατευθύνουν τις σκέψεις, τις πράξεις και τα λόγια ακόμα των ηρώων. Κάθε ιδέα, κάθε πράξη του δράματος, κάθε μικρή κίνηση (με ερωτηματικό ή θαυμαστικό) στην σκακιέρα του έρωτα, μας μεταφέρει σε άλλο χώρο-τετράγωνο, προωθεί την εξέλιξη.
Κάθε σκακιστική αναφορά στον Στάινιτς, τον Νίμτσοβιτς, τον Κορτσνόι, τον Φίσερ, τον Λάσκερ, τον Κμοχ, τον Φάιν ή τον Γκόλομπεκ, βρίσκει την θέση της με θαυμαστό τρόπο στο πολύπλοκο παζλ των συνειρμών. Όμως δεν είναι μόνον σκακιστές οι υποβολείς. Ο Κώστας τολμάει να στριμώξει κάτω από την σκηνή (ή δεξιά στην κουίντα, δεν είμαι σίγουρος) μια πολύχρωμη παρέα ποιητών, φιλοσόφων, συγγραφέων και διανοητών που δεν διστάζουν να χώσουν τα λόγια τους στα μπουκωμένα από έρωτα στόματα των σκακιστών μας.
Μια άλλη τολμηρή ενέργεια που μου έκανε εντύπωση (αν και οι Αννίβες είναι παράτολμοι από την φύση τους), ήταν η αδίστακτη χρήση επιστημονικών περιγραφών, για παράδειγμα ζωολογίας ή ανατομίας. Ωστόσο, δεν μπορούμε παρά να αποδεχτούμε ότι μερικές φορές ο έρωτας γίνεται ωμός, σκέτη λαχταριστή σάρκα.
Καθώς το δράμα περνάει από το άνοιγμα στο μέσον κι από κει στο φινάλε, η προσμονή κορυφώνεται. Δεν έχεις βέβαια αμφιβολία για το ποιος θα κερδίσει την σκακιστική παρτίδα, ειδικά όσοι μαζέτες ξέρουμε την «Αθάνατη» απ’ έξω κι ανακατωτά. Αυτό που δεν φαντάζεσαι είναι ποιος θα κερδίσει την ερωτική παρτίδα.
Αν κι εδώ που τα λέμε, οι παντρεμένοι άντρες θα έχουν μια υποψία.


Η πλοκή

Η εξέλιξη της ιστορίας μας είναι σαφώς γραμμική είναι όμως ταυτόχρονα και πολυπρισματική. Μοιάζει με βότσαλο που αναπηδά πάνω στο νερό.
Δηλαδή, όπως και σε μια παρτίδα, δεν επιτρέπονται οι ανακλήσεις, ούτε όμως αποφεύγονται και οι ανακλάσεις. Ανακλάσεις στις άλλες ζωές, στο παρελθόν του Αννίβα ή στο μέλλον της Ελίζας.
Οι δευτερεύοντες χαρακτήρες (πχ οι αντεραστές) είναι λιγοστοί και συμπληρωματικοί, αλλά όχι ανούσιοι, αφού στην πραγματικότητα εξωθούν τα πράγματα στα άκρα με τα μικρά τους ύπουλα σαχ.
Το σκηνικό είναι κινούμενη άμμος, πότε το Λονδίνο και το Παρίσι, πότε η Κέρκυρα και η Δήλος. Ο χρόνος ρέει, αλλά δεν υπάρχει. Τι να τον κάνεις τον χρόνο, όταν παίζεις την «Αθάνατη» παρτίδα με έναν απέθαντο;
Το τέλος δεν σας το λέω, γιατί θα δω τις γυναίκες να χαμογελάνε χαιρέκακα και τους άντρες να κατσουφιάζουν, οπότε θα νιώσω κάπως προδότης του φύλου μου και δεν συμφέρει (ιδίως όταν ακολουθεί μπλιτζ).


Ο Αννίβας-συγγραφέας

Εκτός από τον λαομίσητο ήρωα-βρυκόλακα που ρουφάει ζωή και έλο από ανυποψίαστες γυναίκες, το βιβλίο έχει και αντίστοιχο, εννοώ εξίσου μισητό, συγγραφέα, αυτόν εδώ τον κύριο.
Όλη αυτή η καταρρακτώδης βροχή παραθεμάτων, φράσεων, και ιδίως λεπτομερειών, σε ετερόκλητους τομείς όπως η ιστορία, η ιατρική, η γεωγραφία ή ακόμα και η γαστριμαργία, υποκρύπτει έναν άνθρωπο με ένα γιγάντιο εύρος γνώσεων και εμπειριών, λες κι είναι πραγματικός βρυκόλακας. Για καλό και για κακό θα έπρεπε να έχω εξετάσει την οδοντοστοιχία του από πριν. Ασύγγνωστη αμέλεια.
Θέλω να πω, τέτοιους ανθρώπους των οποίων η βιβλιοθήκη είναι και ερωμένη, στους οποίους ο ερχομός της νύχτας αναδεύει άγριες συγγραφικές ονειρώξεις, και οι οποίοι δεν διστάζουν να αποδομήσουν κάθε συγγραφικό φορμαλισμό, δεν ξέρεις αν πρέπει να τους θαυμάζεις ή να τους μισείς ή και τα δύο. Επειδή όμως ταυτόχρονα ανήκει στην βαμπιρική κάστα των δικηγόρων, εσείς προτιμήστε τον θαυμασμό, για να’ χετε το κεφάλι σας ήσυχο!
Αυτό που θεωρώ βέβαιο είναι το ότι τις έχει ζήσει τις ζωές που περιγράφει. Ξέρετε, δεν υπάρχει συγγραφέας που να μην γίνεται συνειδητά, υποσυνείδητα ή ασυνείδητα αυτοαναφορικός. Και δεν υπάρχει συγγραφέας που θα το παραδεχτεί αυτό ποτέ. Στην περίπτωσή μας, ο Κώστας ο Μαρκάκης πιστεύω ότι χαρίζει στον Αννίβα μεγάλα κομμάτια από την δική του ευρυμάθεια, τον κοσμοπολιτισμό, την φιλοσοφική ενατένιση. Την ίδια στιγμή όμως έχει το κουράγιο να παραδέχεται και τις ήττες του:
Ο ορίζοντας γεμάτος στειρότητα…
-Πού είναι η ζωή μου; αναρωτήθηκε φωναχτά. Ή (διαβάζω):

Μια έρημος χαμηλή(….)το πιο πεθαμένο πράγμα στον κόσμο.
Το ίδιο κάνει και στο τέλος του βιβλίου, όπου ένας ακαταμάχητος βρυκόλακας τρέπεται σε τρομαγμένη φυγή μπροστά στην ζωή. Δεν μετανιώνει βέβαια για τις «μεγάλες σταγόνες φωτός που έπεσαν αργά μέσα στην νύχτα της ζωής του», καταθλίβεται ωστόσο γιατί δεν μπορεί να τις αντέξει, κι επιστρέφει στην «απόλυτη μόνωση του κουκουλιού του».
Συμπάσχω, κι ελπίζω ότι η συγγραφή του βιβλίου αυτού να είχε σαν αποτέλεσμα την λύτρωση που φαίνεται να αναζητούσε ο δημιουργός του, αν κι αυτό θα μας το πει ο ίδιος.


Εν κατακλείδι

Σας είχα προειδοποιήσει εξαρχής ότι ετούτο είναι ένα επικίνδυνο βιβλίο. Και γιατί να το αγγίξω τότε, θα αναρωτηθεί ο υποψήφιος μαζέτας/ αναγνώστης; Μα, ασφαλώς γιατί μιλάμε για λογοτεχνία και σκάκι σε κοινό ερωτικό αγκάλιασμα. Και γιατί, πέρα από την πλοκή, παροτρύνει τον δεκτικό αναγνώστη να βυθιστεί στα εσώτερα επίπεδά του. Ένα δεύτερο επίπεδο ανάγνωσης που έχει να κάνει με τους συμβολισμούς και τους παραλληλισμούς με την «Αθάνατη παρτίδα» και τον δυϊσμό του σκακιού γενικότερα. Ένα τρίτο, πιο αχανές επίπεδο που έχει να κάνει με την διαχρονική τελετουργία της ανθρώπινης νόησης, αλλά και του ανθρώπινου σώματος. Κι ένα τέταρτο ερεβώδες επίπεδο όπου πια βυθίζεσαι στο βένθος και στο πένθος της ψυχής του ήρωα, δηλαδή εσένα του ίδιου.


3…Βθ4+

«Η Ελίζα πάντα ταξίδευε νύχτα στο αρχιπέλαγος της ζωής της. Αδιαφορούσε που τα νυχτερινά καράβια θαλασσοπορούν αργά. Στο ταξίδι της ζωής προτιμούσε τη μουσικότητα της νύχτας από την πλαστικότητα της μέρας, τη φαντασμαγορία από το θέλγητρο, τους ρεμβασμούς από την πραγματικότητα. Υπήρχε μια μεγάλη γαλήνη μαρασμού (μήπως ήταν η καρδιά της;) που το φως της μέρας την εμπόδιζε να είναι πένθιμη, αλλά η Ελίζα την ήθελε πένθιμη (μήπως ήταν η ψυχή της;)»

Μια παρτίδα σκάκι, αιώνια, δαιδαλώδης, αξεδιάλυτη, σαν ψυχή. Η νίκη ή ήττα χάνουν το περιεχόμενό τους. Κερδίζει ίσως μόνο, η ίδια η ρομαντική παρτίδα, η «Αθάνατη», έτσι όπως παίζεται και ξαναπαίζεται αναλλοίωτη μέσα στο χρόνο και μέσα στον καθένα από μας.

Μαζέτες, τελειώσαμε, μόλις γίναμε ματ.